υπερπόντιος

υπερπόντιος
ος, ο[ν] заморский; заокеанский

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "υπερπόντιος" в других словарях:

  • ὑπερπόντιος — over the sea masc nom sg ὑπερπόντιος over the sea masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπερπόντιος — α, ο / ὑπερπόντιος, ία, ον, ΝΜΑ, θηλ. και ος Α αυτός που βρίσκεται ή γίνεται πέρα από τη θάλασσα, ιδίως πέρα από τον ωκεανό (α. «υπερπόντιο ταξίδι» β. «υπερπόντιες χώρες» γ. «πόθῳ δ ὑπερποντίας φάσμα δόξει δόμων ἀνάσσειν [τῆς Ἑλένης]», Αισχύλ.)… …   Dictionary of Greek

  • υπερπόντιος — α, ο αυτός που βρίσκεται ή γίνεται σε πολύ μακρινή χώρα, απ όπου μας χωρίζει θάλασσα (πόντος): Υπερπόντια ταξίδια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ὑπερπόντιον — ὑπερπόντιος over the sea masc acc sg ὑπερπόντιος over the sea neut nom/voc/acc sg ὑπερπόντιος over the sea masc/fem acc sg ὑπερπόντιος over the sea neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπερποντίου — ὑπερπόντιος over the sea masc/neut gen sg ὑπερπόντιος over the sea masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ρεϋνιόν — (Ile de la Rιunion = Νήσος της Ένωσης). Υπερπόντιος νομός της Γαλλικής Δημοκρατίας, αποτελούμενος από το ομώνυμο νησί της συστάδας των Μασκαρένιας· βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του Ινδικού ωκεανού σε νότιο πλάτος 21° και ανατολικό μήκος 55°30’,… …   Dictionary of Greek

  • ὑπερποντίας — ὑπερποντίᾱς , ὑπερπόντιος over the sea fem acc pl ὑπερποντίᾱς , ὑπερπόντιος over the sea fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπόντιος — α, ο (AM διαπόντιος, α, ον) 1. αυτός που προέρχεται από το πέλαγος ή που τό διασχίζει 2. αυτός που βρίσκεται πέρα από τη θάλασσα, ο υπερπόντιος μσν. φρ. «διαπόντια χρήματα» ναυτικό δάνειο …   Dictionary of Greek

  • περαματικός — ή, ον, Μ [πέραμα ατος] ο υπερπόντιος …   Dictionary of Greek

  • υπερ- — α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην πρόθεση ὑπέρ* και εμφανίζει τις ακόλουθες σημασίες: α) πάνω, πέρα, έξω, μακριά από κάτι, με καθαρά τοπική σημασία (πρβλ. υπέρ θυρο, υπερ πηδώ, υπερ πόντιος), αλλά… …   Dictionary of Greek

  • Καρολίγγειοι ή Καρολίδες ή Καρλοβιγγειανοί — Ονομασία των εκπροσώπων της δεύτερης γαλλικής δυναστείας, η οποία διαδέχθηκε τη δυναστεία των Μεροβιγγείων και βασίλευσε στη Γαλλία από το 752 έως το 987. Τα παλαιότερα, ιστορικώς εξακριβωμένα μέλη της οικογένειας είναι ο Αρνούλφος, επίσκοπος του …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»